αγγλομαθής
•
- αυτός που γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και γενικότερα έχει γαλουχηθεί με την αγγλική κουλτούρα Βικιλεξικό
- Κάτω από αυτό το πρίσμα, σε συνδυασμό με το κύρος των μεταφραστών, ο μεν επαρκής αλλά μη αγγλομαθής αναγνώστης μπορεί να απολαύσει ένα καλοδουλεμένο ανθολόγιο βρετανικής ποίησης, ο δε επαρκής αγγλομαθής αναγνώστης μπορεί να κρίνει και τις μεταφραστικές επιδόσεις.
Ετυμολογία
αγγλομαθής < αγγλο- + -μαθής (< θέμα μαθ- του ρήματος μαθαίνω) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1893
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγλομαθής | αγγλομαθής | αγγλομαθές |
| Γενική | αγγλομαθούς | αγγλομαθούς | αγγλομαθούς |
| Αιτιατική | αγγλομαθή | αγγλομαθή | αγγλομαθές |
| Κλητική | αγγλομαθή / αγγλομαθής | αγγλομαθής | αγγλομαθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγλομαθείς | αγγλομαθείς | αγγλομαθή |
| Γενική | αγγλομαθών | αγγλομαθών | αγγλομαθών |
| Αιτιατική | αγγλομαθείς | αγγλομαθείς | αγγλομαθή |
| Κλητική | αγγλομαθείς | αγγλομαθείς | αγγλομαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →