αγγουράκι
•
- λαχανικόμικρό αγγούρι Βικιλεξικό
- υποκοριστικό του αγγούρι Βικιλεξικό
- Γυρίζοντας στο σπίτι θα δει τον πατέρα του να ετοιμάζει τον μεζέ για το τσίπουρο: ελιές, αγγουράκι με χοντρό αλάτι και μερικές μπουκιές ψωμί με πελτέ και ρίγανη.
Ετυμολογία
αγγουράκι < αγγούρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγουράκι | αγγουράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αγγουράκι | αγγουράκια |
| Κλητική | αγγουράκι | αγγουράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →