αγγριφίζω
•
- δημοτικήπιάνω με αγγρίφι, με γάντζο Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αγγριφώνω
- δημοτικήσκαρφαλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγριφίζω < αγγρίφ(ι) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγγριφίζω | αγγριφίζεις | αγγριφίζει | αγγριφίζουμε | αγγριφίζετε | αγγριφίζουν / αγγριφίζουνε |
| Παρατατικός | αγγρίφιζα | αγγρίφιζες | αγγρίφιζε | αγγριφίζαμε | αγγριφίζατε | αγγρίφιζαν / αγγριφίζαν / αγγριφίζανε |
| Αόριστος | αγγρίφισα | αγγρίφισες | αγγρίφισε | αγγριφίσαμε | αγγριφίσατε | αγγρίφισαν / αγγριφίσαν / αγγριφίσανε |
| Μέλλοντας | θα αγγριφίζω / θα αγγριφίσω | θα αγγριφίζεις / θα αγγριφίσεις | θα αγγριφίζει / θα αγγριφίσει | θα αγγριφίζουμε / θα αγγριφίσουμε | θα αγγριφίζετε / θα αγγριφίσετε | θα αγγριφίζουν / θα αγγριφίζουνε / θα αγγριφίσουν / θα αγγριφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγγριφίσει | έχεις αγγριφίσει | έχει αγγριφίσει | έχουμε αγγριφίσει | έχετε αγγριφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγγριφίσει | είχες αγγριφίσει | είχε αγγριφίσει | είχαμε αγγριφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγγριφίσει / να αγγριφίζω / να αγγριφίσω | να έχεις αγγριφίσει / να αγγριφίζεις / να αγγριφίσεις | να έχει αγγριφίσει / να αγγριφίζει / να αγγριφίσει | να έχουμε αγγριφίσει / να αγγριφίζουμε / να αγγριφίσουμε | να έχετε αγγριφίσει / να αγγριφίζετε / να αγγριφίσετε | να αγγριφίζουν / να αγγριφίζουνε / να αγγριφίσουν / να αγγριφίσουνε |
| Προστακτική | — | αγγρίφιζε / αγγρίφισε | — | — | αγγριφίζετε / αγγριφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →