αγειτόνευτος
•
- που δεν έχει γείτονες Βικιλεξικό
- που δεν έχει (καλές) σχέσεις με τους γείτονες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγειτόνευτος < α- + γειτονεύω + -τος < αρχαία ελληνική γειτονεύω < γείτων (πβ. αρχαία ελληνική ἀγείτων)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγειτόνευτος | αγειτόνευτη | αγειτόνευτο |
| Γενική | αγειτόνευτου | αγειτόνευτης | αγειτόνευτου |
| Αιτιατική | αγειτόνευτο | αγειτόνευτη | αγειτόνευτο |
| Κλητική | αγειτόνευτε | αγειτόνευτη | αγειτόνευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγειτόνευτοι | αγειτόνευτες | αγειτόνευτα |
| Γενική | αγειτόνευτων | αγειτόνευτων | αγειτόνευτων |
| Αιτιατική | αγειτόνευτους | αγειτόνευτες | αγειτόνευτα |
| Κλητική | αγειτόνευτοι | αγειτόνευτες | αγειτόνευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →