αγελαίος
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στην αγέλη Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου συμπεριφέρεται όπως ο όχλος Βικιλεξικό
- Αγγέλω, της είπα, είσαι αγράμματος, είσαι κεχηναία και αγελαία, αλλά σε συγχωρώ, διότι δεν πταίεις, αν δεν σ' εδίδαξαν γράμματα· (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)
Ετυμολογία
αγελαίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγελαῖος < ἀγέλη + -αῖος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελαίος | αγελαία | αγελαίο |
| Γενική | αγελαίου | αγελαίας | αγελαίου |
| Αιτιατική | αγελαίο | αγελαία | αγελαίο |
| Κλητική | αγελαίε | αγελαία | αγελαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελαίοι | αγελαίες | αγελαία |
| Γενική | αγελαίων | αγελαίων | αγελαίων |
| Αιτιατική | αγελαίους | αγελαίες | αγελαία |
| Κλητική | αγελαίοι | αγελαίες | αγελαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →