Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγελαδινός

/a.ʝe.la.ðiˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται από αγελάδα ή σχετίζεται με αυτή Βικιλεξικό
    • αγελαδινό γάλα
  2. μεταφορικάνωθρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγελαδινός < αγελάδ(α) + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγελαδινόςαγελαδινήαγελαδινό
Γενικήαγελαδινούαγελαδινήςαγελαδινού
Αιτιατικήαγελαδινόαγελαδινήαγελαδινό
Κλητικήαγελαδινέαγελαδινήαγελαδινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγελαδινοίαγελαδινέςαγελαδινά
Γενικήαγελαδινώναγελαδινώναγελαδινών
Αιτιατικήαγελαδινούςαγελαδινέςαγελαδινά
Κλητικήαγελαδινοίαγελαδινέςαγελαδινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →