αγελαδινός
•
- που προέρχεται από αγελάδα ή σχετίζεται με αυτή Βικιλεξικό
- αγελαδινό γάλα
- μεταφορικάνωθρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγελαδινός < αγελάδ(α) + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελαδινός | αγελαδινή | αγελαδινό |
| Γενική | αγελαδινού | αγελαδινής | αγελαδινού |
| Αιτιατική | αγελαδινό | αγελαδινή | αγελαδινό |
| Κλητική | αγελαδινέ | αγελαδινή | αγελαδινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελαδινοί | αγελαδινές | αγελαδινά |
| Γενική | αγελαδινών | αγελαδινών | αγελαδινών |
| Αιτιατική | αγελαδινούς | αγελαδινές | αγελαδινά |
| Κλητική | αγελαδινοί | αγελαδινές | αγελαδινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →