αγελαδοτροφία
•
- η εκτροφή αγελάδων οι οποίες χρησιμοποιούνται για εκμετάλλευση Βικιλεξικό
- Δραματική μείωση των εκτροφέων και συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής σε λίγες, αλλά εκσυγχρονισμένες μονάδες είναι η εικόνα που παρουσιάζει ο κλάδος της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας στην Ελλάδα.
Ετυμολογία
αγελαδοτροφία < αγελαδοτρόφ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελαδοτροφία | αγελαδοτροφίες |
| Γενική | αγελαδοτροφίας | αγελαδοτροφιών |
| Αιτιατική | αγελαδοτροφία | αγελαδοτροφίες |
| Κλητική | αγελαδοτροφία | αγελαδοτροφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →