Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγελαδοτροφικός

/a.ʝe.la.ðo.tɾo.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αγελαδοτροφία ή τον αγελαδοτρόφο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
    • Εκτός από την επένδυση σε μηχανικά μέσα, η αγελαδοτροφική εκτροφή δίνει ιδιαίτερο βάρος και στη γενετική βελτίωση του κοπαδιού.

Ετυμολογία

αγελαδοτροφικός < αγελαδοτροφία / αγελαδοτρόφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγελαδοτροφικόςαγελαδοτροφικήαγελαδοτροφικό
Γενικήαγελαδοτροφικούαγελαδοτροφικήςαγελαδοτροφικού
Αιτιατικήαγελαδοτροφικόαγελαδοτροφικήαγελαδοτροφικό
Κλητικήαγελαδοτροφικέαγελαδοτροφικήαγελαδοτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγελαδοτροφικοίαγελαδοτροφικέςαγελαδοτροφικά
Γενικήαγελαδοτροφικώναγελαδοτροφικώναγελαδοτροφικών
Αιτιατικήαγελαδοτροφικούςαγελαδοτροφικέςαγελαδοτροφικά
Κλητικήαγελαδοτροφικοίαγελαδοτροφικέςαγελαδοτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →