Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγεληδόν

/a.ʝe.liˈðon/επίρρημα
•
  1. λόγιοσαν αγέλη, σαν μπουλούκι, για αγελαίες συμπεριφορές Βικιλεξικό
    • '"Παιδιά πάμπτωχα, σεξουαλικώς και συναισθηματικώς απονεκρωμένα, μεγαλώνουν όλα μαζί πορευόμενα αγεληδόν. Μοναδικός λόγος ύπαρξής τους είναι η θρησκευτική τους πίστη.
  2. κατ’ επέκτασηδίχως σκέψη και βούληση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγεληδόν < αρχαία ελληνική ἀγεληδόν < ἀγέλη + -ηδόν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →