αγεληδόν
•
- λόγιοσαν αγέλη, σαν μπουλούκι, για αγελαίες συμπεριφορές Βικιλεξικό
- '"Παιδιά πάμπτωχα, σεξουαλικώς και συναισθηματικώς απονεκρωμένα, μεγαλώνουν όλα μαζί πορευόμενα αγεληδόν. Μοναδικός λόγος ύπαρξής τους είναι η θρησκευτική τους πίστη.
- κατ’ επέκτασηδίχως σκέψη και βούληση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγεληδόν < αρχαία ελληνική ἀγεληδόν < ἀγέλη + -ηδόν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →