αγελοποίηση
•
- κυριολεκτικάη συγκρότηση πλήθους ομοειδών ζώων σε αγέλη Βικιλεξικό
- μεταφορικάη άκριτη συνένωση ατόμων σε ομάδα, συχνά με απώλεια προσωπικής σκέψης και αυτονομίας Βικιλεξικό
- Εξάρτηση και μάλιστα έντονη και παθολογική είναι και η αγελοποίηση της νεολαίας στο ποδόσφαιρο.
Ετυμολογία
αγελοποίηση < αγέλη + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγελοποίηση | αγελοποιήσεις |
| Γενική | αγελοποίησης | αγελοποιήσεων |
| Αιτιατική | αγελοποίηση | αγελοποιήσεις |
| Κλητική | αγελοποίηση | αγελοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →