Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγελοποίηση

/a.ʝe.loˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη συγκρότηση πλήθους ομοειδών ζώων σε αγέλη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη άκριτη συνένωση ατόμων σε ομάδα, συχνά με απώλεια προσωπικής σκέψης και αυτονομίας Βικιλεξικό
    • Εξάρτηση και μάλιστα έντονη και παθολογική είναι και η αγελοποίηση της νεολαίας στο ποδόσφαιρο.

Ετυμολογία

αγελοποίηση < αγέλη + -ο- + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγελοποίησηαγελοποιήσεις
Γενικήαγελοποίησηςαγελοποιήσεων
Αιτιατικήαγελοποίησηαγελοποιήσεις
Κλητικήαγελοποίησηαγελοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →