Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγενής

/a.ʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν φέρεται με ευγένεια, με καλούς τρόπους, αλλά είναι επιθετικός, απότομος ή προσβλητικός ή ακόμα και χυδαίος Βικιλεξικό
    • Είναι τόσο αγενής, που δε λέει ούτε καλημέρα.
    • Αγενής, άξεστος, ωχαδερφιστής και ποζερόβλαχος με πιστοποίηση αναισθησίας από το Υπουργείο Μεταφορών, ο Greekenstein κυκλοφορεί με την άνεση που κυκλοφορούσε ο Γουίλ Σμιθ στις ερειπωμένες εθνικές οδούς της Νέας Υόρκης στο «I Am Legend», μιας και ο ίδιος είναι ένας Legend. (Έλληνες οδηγοί. Ζουν ανάμεσά μας, athensvoice.gr, 21/12/2014 https://www.athensvoice.gr/life/83800/ellines-odigoi/app/?api-id=83800)

Ετυμολογία

αγενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγενής (χωρίς ευγενική καταγωγή), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ignoble.) Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + -γενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγενήςαγενήςαγενές
Γενικήαγενούςαγενούςαγενούς
Αιτιατικήαγενήαγενήαγενές
Κλητικήαγενή / αγενήςαγενήςαγενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγενείςαγενείςαγενή
Γενικήαγενώναγενώναγενών
Αιτιατικήαγενείςαγενείςαγενή
Κλητικήαγενείςαγενείςαγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →