αγενεσία
•
- ιατρικήιατρική ανωμαλία κατά την οποία ένα όργανο, ιστός ή μέλος του σώματος δεν αναπτύσσεται πλήρως ή απουσιάζει εκ γενετής Βικιλεξικό
- Το πρώτο παιδί που είχε αποτυπωθεί από τον ιατροδικαστή αγενεσία φλεβόκομβου που είναι μια πολύ σπάνια πάθηση και οδήγησε το παιδί 7 μηνών να πεθάνει, ουσιαστικά θα τεθεί υπό διερεύνηση, υπάρχει σαν οντότητα επιστημονική. (www.ertnews.gr, 11.02.2022)
Ετυμολογία
αγενεσία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική agenesia ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική agénésie < αρχαία ελληνική ἀ- + γένεσις < γίγνομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγενεσία | αγενεσίες |
| Γενική | αγενεσίας | αγενεσιών |
| Αιτιατική | αγενεσία | αγενεσίες |
| Κλητική | αγενεσία | αγενεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →