αγεννησία
•
- θρησκείαη αιώνια ύπαρξη του θεού, χωρίς να (χρειάζεται να) έχει γεννηθεί σε κάποια χρονική στιγμή Βικιλεξικό
- λόγιοστειρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγεννησία < ελληνιστική κοινή ἀγεννησία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγεννησία | αγεννησίες |
| Γενική | αγεννησίας | αγεννησιών |
| Αιτιατική | αγεννησία | αγεννησίες |
| Κλητική | αγεννησία | αγεννησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →