Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγεννησία

/a.ʝe.niˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαη αιώνια ύπαρξη του θεού, χωρίς να (χρειάζεται να) έχει γεννηθεί σε κάποια χρονική στιγμή Βικιλεξικό
  2. λόγιοστειρότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγεννησία < ελληνιστική κοινή ἀγεννησία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγεννησίααγεννησίες
Γενικήαγεννησίαςαγεννησιών
Αιτιατικήαγεννησίααγεννησίες
Κλητικήαγεννησίααγεννησίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →