αγεωγράφητος
•
- που δεν έχει γνώσεις γεωγραφίας Βικιλεξικό
- αγεωγράφητος άνθρωπος
- που δεν έχει περιγραφεί γεωγραφικά, αχαρτογράφητος Βικιλεξικό
- αγεωγράφητη περιοχή
Ετυμολογία
αγεωγράφητος < α- στερητικό + ((ελληνιστική κοινή) γεωγραφῶ >) γεωγραφη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγεωγράφητος | αγεωγράφητη | αγεωγράφητο |
| Γενική | αγεωγράφητου | αγεωγράφητης | αγεωγράφητου |
| Αιτιατική | αγεωγράφητο | αγεωγράφητη | αγεωγράφητο |
| Κλητική | αγεωγράφητε | αγεωγράφητη | αγεωγράφητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγεωγράφητοι | αγεωγράφητες | αγεωγράφητα |
| Γενική | αγεωγράφητων | αγεωγράφητων | αγεωγράφητων |
| Αιτιατική | αγεωγράφητους | αγεωγράφητες | αγεωγράφητα |
| Κλητική | αγεωγράφητοι | αγεωγράφητες | αγεωγράφητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →