Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγεωγράφητος

/a.ʝe.oˈɣɾa.fi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει γνώσεις γεωγραφίας Βικιλεξικό
    • αγεωγράφητος άνθρωπος
  2. που δεν έχει περιγραφεί γεωγραφικά, αχαρτογράφητος Βικιλεξικό
    • αγεωγράφητη περιοχή

Ετυμολογία

αγεωγράφητος < α- στερητικό + ((ελληνιστική κοινή) γεωγραφῶ >) γεωγραφη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγεωγράφητοςαγεωγράφητηαγεωγράφητο
Γενικήαγεωγράφητουαγεωγράφητηςαγεωγράφητου
Αιτιατικήαγεωγράφητοαγεωγράφητηαγεωγράφητο
Κλητικήαγεωγράφητεαγεωγράφητηαγεωγράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγεωγράφητοιαγεωγράφητεςαγεωγράφητα
Γενικήαγεωγράφητωναγεωγράφητωναγεωγράφητων
Αιτιατικήαγεωγράφητουςαγεωγράφητεςαγεωγράφητα
Κλητικήαγεωγράφητοιαγεωγράφητεςαγεωγράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →