Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγεωμέτρητος

/a.ʝe.oˈme.tɾi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει γνώσεις γεωμετρίας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο αμόρφωτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγεωμέτρητος < αρχαία ελληνική ἀγεωμέτρητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγεωμέτρητοςαγεωμέτρητηαγεωμέτρητο
Γενικήαγεωμέτρητουαγεωμέτρητηςαγεωμέτρητου
Αιτιατικήαγεωμέτρητοαγεωμέτρητηαγεωμέτρητο
Κλητικήαγεωμέτρητεαγεωμέτρητηαγεωμέτρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγεωμέτρητοιαγεωμέτρητεςαγεωμέτρητα
Γενικήαγεωμέτρητωναγεωμέτρητωναγεωμέτρητων
Αιτιατικήαγεωμέτρητουςαγεωμέτρητεςαγεωμέτρητα
Κλητικήαγεωμέτρητοιαγεωμέτρητεςαγεωμέτρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →