Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγηματάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός βαθμόςο διοικητής αγήματος, αξιωματικός ή υπαξιωματικός οποιουδήποτε όπλου ή σώματος ασφαλείας εκ του οποίου συγκροτείται το άγημα Βικιλεξικό
  2. γενικότεραο διευθύνων οποιοδήποτε άγημα π.χ. πυρόσβεσης, αποκατάστασης διαρροής κ.λπ., όπως πλοίων, εγκαταστάσεων κ.ά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγηματάρχης < (άγημα) αγηματ- + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγηματάρχηςαγηματάρχες
Γενικήαγηματάρχηαγηματαρχών
Αιτιατικήαγηματάρχηαγηματάρχες
Κλητικήαγηματάρχηαγηματάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →