αγηματάρχης
•
- στρατιωτικός βαθμόςο διοικητής αγήματος, αξιωματικός ή υπαξιωματικός οποιουδήποτε όπλου ή σώματος ασφαλείας εκ του οποίου συγκροτείται το άγημα Βικιλεξικό
- γενικότεραο διευθύνων οποιοδήποτε άγημα π.χ. πυρόσβεσης, αποκατάστασης διαρροής κ.λπ., όπως πλοίων, εγκαταστάσεων κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγηματάρχης < (άγημα) αγηματ- + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγηματάρχης | αγηματάρχες |
| Γενική | αγηματάρχη | αγηματαρχών |
| Αιτιατική | αγηματάρχη | αγηματάρχες |
| Κλητική | αγηματάρχη | αγηματάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →