αγιάτρευτος
•
- προφορικόο αθεράπευτος Βικιλεξικό
- Ανείπωτη πίκρα και αγιάτρευτος ο πόνος για τα παιδιά που χάθηκαν τόσο μα τόσο άδικα.
Ετυμολογία
αγιάτρευτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγιάτρευτος < α- στερητικό + γιατρεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιάτρευτος | αγιάτρευτη | αγιάτρευτο |
| Γενική | αγιάτρευτου | αγιάτρευτης | αγιάτρευτου |
| Αιτιατική | αγιάτρευτο | αγιάτρευτη | αγιάτρευτο |
| Κλητική | αγιάτρευτε | αγιάτρευτη | αγιάτρευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιάτρευτοι | αγιάτρευτες | αγιάτρευτα |
| Γενική | αγιάτρευτων | αγιάτρευτων | αγιάτρευτων |
| Αιτιατική | αγιάτρευτους | αγιάτρευτες | αγιάτρευτα |
| Κλητική | αγιάτρευτοι | αγιάτρευτες | αγιάτρευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →