Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιάτρευτος

/aˈʝa.tɾe.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόο αθεράπευτος Βικιλεξικό
    • Ανείπωτη πίκρα και αγιάτρευτος ο πόνος για τα παιδιά που χάθηκαν τόσο μα τόσο άδικα.

Ετυμολογία

αγιάτρευτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγιάτρευτος < α- στερητικό + γιατρεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιάτρευτοςαγιάτρευτηαγιάτρευτο
Γενικήαγιάτρευτουαγιάτρευτηςαγιάτρευτου
Αιτιατικήαγιάτρευτοαγιάτρευτηαγιάτρευτο
Κλητικήαγιάτρευτεαγιάτρευτηαγιάτρευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιάτρευτοιαγιάτρευτεςαγιάτρευτα
Γενικήαγιάτρευτωναγιάτρευτωναγιάτρευτων
Αιτιατικήαγιάτρευτουςαγιάτρευτεςαγιάτρευτα
Κλητικήαγιάτρευτοιαγιάτρευτεςαγιάτρευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →