Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιαστικός

/a.ʝi.a.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το αγιασμό / αγίαση / αγιοσύνη ή αναφέρεται σʼ αυτά, που αγιάζει ή καθαγιάζει Βικιλεξικό
    • αγιαστικός λόγος

Ετυμολογία

αγιαστικός < ελληνιστική κοινή ἁγιαστικός < ἁγιάζω < αρχαία ελληνική ἅγιος. Μορφολογικά αναλύεται σε αγιάζω + -τικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιαστικόςαγιαστικήαγιαστικό
Γενικήαγιαστικούαγιαστικήςαγιαστικού
Αιτιατικήαγιαστικόαγιαστικήαγιαστικό
Κλητικήαγιαστικέαγιαστικήαγιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιαστικοίαγιαστικέςαγιαστικά
Γενικήαγιαστικώναγιαστικώναγιαστικών
Αιτιατικήαγιαστικούςαγιαστικέςαγιαστικά
Κλητικήαγιαστικοίαγιαστικέςαγιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →