αγιοβασιλιάτικα
•
- παρωχημένοχρήματα ή δώρα που δίνονται την Πρωτοχρονιά για το καλό του χρόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιοβασιλιάτικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγιοβασιλιάτικος στον πληθυντικό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →