Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιογδύτης

/a.ʝoˈɣði.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που κλέβει ιερά αντικείμενα μιας εκκλησίας Βικιλεξικό
  2. υβριστικόαυτός που εκμεταλλεύεται οποιαδήποτε μέθοδο για να αποκτήσει κέρδος Βικιλεξικό
    • Βέβαια λίγο πολύ συνέπλεε με τον Μάγο, που όμως φάνταζε ατσίδας, σαλτιμπάγκος, αρκούντως αγιογδύτης ενώ αυτή το έπαιζε άμωμη παρθένος, δεν καθόταν μύγα στο σπαθί της.

Ετυμολογία

αγιογδύτης < αγιο- + γδύ(νω) + -της

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγιογδύτηςαγιογδύτες
Γενικήαγιογδύτηαγιογδυτών
Αιτιατικήαγιογδύτηαγιογδύτες
Κλητικήαγιογδύτηαγιογδύτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →