αγιογδύτης
•
- αυτός που κλέβει ιερά αντικείμενα μιας εκκλησίας Βικιλεξικό
- υβριστικόαυτός που εκμεταλλεύεται οποιαδήποτε μέθοδο για να αποκτήσει κέρδος Βικιλεξικό
- Βέβαια λίγο πολύ συνέπλεε με τον Μάγο, που όμως φάνταζε ατσίδας, σαλτιμπάγκος, αρκούντως αγιογδύτης ενώ αυτή το έπαιζε άμωμη παρθένος, δεν καθόταν μύγα στο σπαθί της.
Ετυμολογία
αγιογδύτης < αγιο- + γδύ(νω) + -της
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιογδύτης | αγιογδύτες |
| Γενική | αγιογδύτη | αγιογδυτών |
| Αιτιατική | αγιογδύτη | αγιογδύτες |
| Κλητική | αγιογδύτη | αγιογδύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →