αγιογδύτισσα
•
- σπάνιοθηλυκό του αγιογδύτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιογδύτισσα < αγιογδύτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιογδύτισσα | αγιογδύτισσες |
| Γενική | αγιογδύτισσας | αγιογδυτισσών |
| Αιτιατική | αγιογδύτισσα | αγιογδύτισσες |
| Κλητική | αγιογδύτισσα | αγιογδύτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →