Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιογράφηση

/a.ʝi.oˈɣɾa.fi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διακόσμηση ενός ναού με αγιογραφίες Βικιλεξικό
    • Συνεχίζεται ο σχεδιασμός για την αγιογράφηση του Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου στο Σημείο Μηδέν της Νέας Υόρκης, με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ελπιδοφόρο να επισημαίνει σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «θα αποτελεί έναν επίγειο παράδεισο για όλες και για όλους».
  2. μεταφορικάη εξιδανίκευση συνήθως ενός ατόμου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγιογράφηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀγιογράφησις. Μορφολογικά αναλύεται σε αγιο- + -γράφηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγιογράφησηαγιογραφήσεις
Γενικήαγιογράφησηςαγιογραφήσεων
Αιτιατικήαγιογράφησηαγιογραφήσεις
Κλητικήαγιογράφησηαγιογραφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →