αγιογραφώ
•
- ζωγραφικήζωγραφίζω μορφές αγίων και γενικότερα θρησκευτικές σκηνές στο εσωτερικό ενός ναού Βικιλεξικό
- τον ναό αγιογράφησε ο Φώτης Κόντογλου
- άλλες μορφές: αγιογραφίζω
- μεταφορικάεξιδανικεύω, επαινώ κάποιον ή κάτι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- Τα φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα, αγιογραφούν κάθε απόφασή της.
Ετυμολογία
αγιογραφώ < αγιο- + -γραφώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγιογραφώ | αγιογραφείς | αγιογραφεί | αγιογραφούμε | αγιογραφείτε | αγιογραφούν / αγιογραφούνε |
| Παρατατικός | αγιογραφούσα | αγιογραφούσες | αγιογραφούσε | αγιογραφούσαμε | αγιογραφούσατε | αγιογραφούσαν / αγιογραφούσανε |
| Αόριστος | αγιογράφησα | αγιογράφησες | αγιογράφησε | αγιογραφήσαμε | αγιογραφήσατε | αγιογράφησαν / αγιογραφήσαν / αγιογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα αγιογραφήσω / θα αγιογραφώ | θα αγιογραφήσεις / θα αγιογραφείς | θα αγιογραφήσει / θα αγιογραφεί | θα αγιογραφήσουμε / θα αγιογραφούμε | θα αγιογραφήσετε / θα αγιογραφείτε | θα αγιογραφήσουν / θα αγιογραφήσουνε / θα αγιογραφούν / θα αγιογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγιογραφήσει | έχεις αγιογραφήσει | έχει αγιογραφήσει | έχουμε αγιογραφήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγιογραφήσει | είχες αγιογραφήσει | είχε αγιογραφήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγιογραφήσει / να αγιογραφήσω / να αγιογραφώ | να έχεις αγιογραφήσει / να αγιογραφήσεις / να αγιογραφείς | να έχει αγιογραφήσει / να αγιογραφήσει / να αγιογραφεί | να έχουμε αγιογραφήσει / να αγιογραφήσουμε / να αγιογραφούμε | να αγιογραφήσετε / να αγιογραφείτε | να αγιογραφήσουν / να αγιογραφήσουνε / να αγιογραφούν / να αγιογραφούνε |
| Προστακτική | — | αγιογράφει / αγιογράφησε | — | — | αγιογραφήστε / αγιογραφείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγιογραφήθηκααγιογραφούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →