Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιογραφώ

/a.ʝi.o.ɣɾaˈfo/ρήμα
•
  1. ζωγραφικήζωγραφίζω μορφές αγίων και γενικότερα θρησκευτικές σκηνές στο εσωτερικό ενός ναού Βικιλεξικό
    • τον ναό αγιογράφησε ο Φώτης Κόντογλου
    • άλλες μορφές: αγιογραφίζω
  2. μεταφορικάεξιδανικεύω, επαινώ κάποιον ή κάτι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
    • Τα φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα, αγιογραφούν κάθε απόφασή της.

Ετυμολογία

αγιογραφώ < αγιο- + -γραφώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγιογραφώαγιογραφείςαγιογραφείαγιογραφούμεαγιογραφείτεαγιογραφούν / αγιογραφούνε
Παρατατικόςαγιογραφούσααγιογραφούσεςαγιογραφούσεαγιογραφούσαμεαγιογραφούσατεαγιογραφούσαν / αγιογραφούσανε
Αόριστοςαγιογράφησααγιογράφησεςαγιογράφησεαγιογραφήσαμεαγιογραφήσατεαγιογράφησαν / αγιογραφήσαν / αγιογραφήσανε
Μέλλονταςθα αγιογραφήσω / θα αγιογραφώθα αγιογραφήσεις / θα αγιογραφείςθα αγιογραφήσει / θα αγιογραφείθα αγιογραφήσουμε / θα αγιογραφούμεθα αγιογραφήσετε / θα αγιογραφείτεθα αγιογραφήσουν / θα αγιογραφήσουνε / θα αγιογραφούν / θα αγιογραφούνε
Παρακείμενοςέχω αγιογραφήσειέχεις αγιογραφήσειέχει αγιογραφήσειέχουμε αγιογραφήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αγιογραφήσειείχες αγιογραφήσειείχε αγιογραφήσει———
Υποτακτικήνα έχω αγιογραφήσει / να αγιογραφήσω / να αγιογραφώνα έχεις αγιογραφήσει / να αγιογραφήσεις / να αγιογραφείςνα έχει αγιογραφήσει / να αγιογραφήσει / να αγιογραφείνα έχουμε αγιογραφήσει / να αγιογραφήσουμε / να αγιογραφούμενα αγιογραφήσετε / να αγιογραφείτενα αγιογραφήσουν / να αγιογραφήσουνε / να αγιογραφούν / να αγιογραφούνε
Προστακτική—αγιογράφει / αγιογράφησε——αγιογραφήστε / αγιογραφείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αγιογραφήθηκααγιογραφούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →