αγιοποιώ
•
- χριστιανισμόςανακηρύσσω κάποιον άγιο Βικιλεξικό
- Προσκύνησε στο Αουσβιτς και ζήτησε συγγνώμη για τη σιωπή της Καθολικής Εκκλησίας στην εξόντωση των Εβραίων, αλλά αγιοποίησε τους κροάτες δοσίλογους ιερωμένους.
- μεταφορικάεξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο Βικιλεξικό
- Τώρα γιατί ο Πούτιν διάλεξε να ορίσει δεύτερη επίσημη προεδρική κατοικία, και μάλιστα στη γενέτειρά του την Αγία Πετρούπολη, προκάλεσε αρκετά ερωτήματα. Μία άποψη ήταν ότι οι Ρώσοι, οι οποίοι προσφάτως αγιοποίησαν τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β’, θέλουν να αισθάνονται ότι διαθέτουν έναν νέο «πατερούλη» στην παλιά πρωτεύουσά τους.
Ετυμολογία
αγιοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἁγιοποιῶ / ἁγιοποιέω Συγχρονικά αναλύεται σε αγιο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγιοποιώ | αγιοποιείς | αγιοποιεί | αγιοποιούμε | αγιοποιείτε | αγιοποιούν / αγιοποιούνε |
| Παρατατικός | αγιοποιούσα | αγιοποιούσες | αγιοποιούσε | αγιοποιούσαμε | αγιοποιούσατε | αγιοποιούσαν / αγιοποιούσανε |
| Αόριστος | αγιοποίησα | αγιοποίησες | αγιοποίησε | αγιοποιήσαμε | αγιοποιήσατε | αγιοποίησαν / αγιοποιήσαν / αγιοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αγιοποιήσω / θα αγιοποιώ | θα αγιοποιήσεις / θα αγιοποιείς | θα αγιοποιήσει / θα αγιοποιεί | θα αγιοποιήσουμε / θα αγιοποιούμε | θα αγιοποιήσετε / θα αγιοποιείτε | θα αγιοποιήσουν / θα αγιοποιήσουνε / θα αγιοποιούν / θα αγιοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγιοποιήσει | έχεις αγιοποιήσει | έχει αγιοποιήσει | έχουμε αγιοποιήσει | έχετε αγιοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγιοποιήσει | είχες αγιοποιήσει | είχε αγιοποιήσει | είχαμε αγιοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγιοποιήσει / να αγιοποιήσω / να αγιοποιώ | να έχεις αγιοποιήσει / να αγιοποιήσεις / να αγιοποιείς | να έχει αγιοποιήσει / να αγιοποιήσει / να αγιοποιεί | να έχουμε αγιοποιήσει / να αγιοποιήσουμε / να αγιοποιούμε | να έχετε αγιοποιήσει / να αγιοποιήσετε / να αγιοποιείτε | να αγιοποιήσουν / να αγιοποιήσουνε / να αγιοποιούν / να αγιοποιούνε |
| Προστακτική | — | αγιοποίει / αγιοποίησε | — | — | αγιοποιήστε / αγιοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →