Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιοποιώ

/a.ʝi.o.piˈo/ρήμα
•
  1. χριστιανισμόςανακηρύσσω κάποιον άγιο Βικιλεξικό
    • Προσκύνησε στο Αουσβιτς και ζήτησε συγγνώμη για τη σιωπή της Καθολικής Εκκλησίας στην εξόντωση των Εβραίων, αλλά αγιοποίησε τους κροάτες δοσίλογους ιερωμένους.
  2. μεταφορικάεξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο Βικιλεξικό
    • Τώρα γιατί ο Πούτιν διάλεξε να ορίσει δεύτερη επίσημη προεδρική κατοικία, και μάλιστα στη γενέτειρά του την Αγία Πετρούπολη, προκάλεσε αρκετά ερωτήματα. Μία άποψη ήταν ότι οι Ρώσοι, οι οποίοι προσφάτως αγιοποίησαν τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β’, θέλουν να αισθάνονται ότι διαθέτουν έναν νέο «πατερούλη» στην παλιά πρωτεύουσά τους.

Ετυμολογία

αγιοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἁγιοποιῶ / ἁγιοποιέω Συγχρονικά αναλύεται σε αγιο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγιοποιώαγιοποιείςαγιοποιείαγιοποιούμεαγιοποιείτεαγιοποιούν / αγιοποιούνε
Παρατατικόςαγιοποιούσααγιοποιούσεςαγιοποιούσεαγιοποιούσαμεαγιοποιούσατεαγιοποιούσαν / αγιοποιούσανε
Αόριστοςαγιοποίησααγιοποίησεςαγιοποίησεαγιοποιήσαμεαγιοποιήσατεαγιοποίησαν / αγιοποιήσαν / αγιοποιήσανε
Μέλλονταςθα αγιοποιήσω / θα αγιοποιώθα αγιοποιήσεις / θα αγιοποιείςθα αγιοποιήσει / θα αγιοποιείθα αγιοποιήσουμε / θα αγιοποιούμεθα αγιοποιήσετε / θα αγιοποιείτεθα αγιοποιήσουν / θα αγιοποιήσουνε / θα αγιοποιούν / θα αγιοποιούνε
Παρακείμενοςέχω αγιοποιήσειέχεις αγιοποιήσειέχει αγιοποιήσειέχουμε αγιοποιήσειέχετε αγιοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αγιοποιήσειείχες αγιοποιήσειείχε αγιοποιήσειείχαμε αγιοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω αγιοποιήσει / να αγιοποιήσω / να αγιοποιώνα έχεις αγιοποιήσει / να αγιοποιήσεις / να αγιοποιείςνα έχει αγιοποιήσει / να αγιοποιήσει / να αγιοποιείνα έχουμε αγιοποιήσει / να αγιοποιήσουμε / να αγιοποιούμενα έχετε αγιοποιήσει / να αγιοποιήσετε / να αγιοποιείτενα αγιοποιήσουν / να αγιοποιήσουνε / να αγιοποιούν / να αγιοποιούνε
Προστακτική—αγιοποίει / αγιοποίησε——αγιοποιήστε / αγιοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →