αγιορείτικος
•
- που προέρχεται από ή ανήκει ή αναφέρεται στο Άγιο Όρος Βικιλεξικό
- η αγιορείτικη παράδοση, το αγιορείτικο κρασί
- Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 https://www.protothema.gr/greece/article/1464035/akis-petretzikis-tin-kuriaki-sto-proto-thema-mageireuoume-kai-timame-tin-kouzina-tis-makedonias/)
Ετυμολογία
αγιορείτικος < αγιορείτ(ης) + -ικος < Άγιον Όρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιορείτικος | αγιορείτικη | αγιορείτικο |
| Γενική | αγιορείτικου | αγιορείτικης | αγιορείτικου |
| Αιτιατική | αγιορείτικο | αγιορείτικη | αγιορείτικο |
| Κλητική | αγιορείτικε | αγιορείτικη | αγιορείτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιορείτικοι | αγιορείτικες | αγιορείτικα |
| Γενική | αγιορείτικων | αγιορείτικων | αγιορείτικων |
| Αιτιατική | αγιορείτικους | αγιορείτικες | αγιορείτικα |
| Κλητική | αγιορείτικοι | αγιορείτικες | αγιορείτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →