αγιοταφίτικος
•
- χριστιανισμόςπου ανήκει, ή σχετίζεται ή προέρχεται με τον Άγιο Τάφο ή με αγιοταφίτη Βικιλεξικό
- η αγιοταφίτικη αδελφότητα του Παναγίου Τάφου
Ετυμολογία
αγιοταφίτικος < αγιοταφίτ(ης) + -ικος. Μορφολογικά αναλύεται σε αγιο- + Τάφ(ος) + -ίτικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιοταφίτικος | αγιοταφίτικη | αγιοταφίτικο |
| Γενική | αγιοταφίτικου | αγιοταφίτικης | αγιοταφίτικου |
| Αιτιατική | αγιοταφίτικο | αγιοταφίτικη | αγιοταφίτικο |
| Κλητική | αγιοταφίτικε | αγιοταφίτικη | αγιοταφίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιοταφίτικοι | αγιοταφίτικες | αγιοταφίτικα |
| Γενική | αγιοταφίτικων | αγιοταφίτικων | αγιοταφίτικων |
| Αιτιατική | αγιοταφίτικους | αγιοταφίτικες | αγιοταφίτικα |
| Κλητική | αγιοταφίτικοι | αγιοταφίτικες | αγιοταφίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →