αγιωργίτικος
•
- που έχει σχέση με τον αϊ-Γιώργη και την εορτή του ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαγιωργίτικο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιωργίτικος < αγιωργ(ίτης) + -ίτικος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- (< αϊ-) + Γιώργ(ης) + -ίτικος. Συγκρίνετε με το αϊγιωργίτικος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιωργίτικος | αγιωργίτικη | αγιωργίτικο |
| Γενική | αγιωργίτικου | αγιωργίτικης | αγιωργίτικου |
| Αιτιατική | αγιωργίτικο | αγιωργίτικη | αγιωργίτικο |
| Κλητική | αγιωργίτικε | αγιωργίτικη | αγιωργίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιωργίτικοι | αγιωργίτικες | αγιωργίτικα |
| Γενική | αγιωργίτικων | αγιωργίτικων | αγιωργίτικων |
| Αιτιατική | αγιωργίτικους | αγιωργίτικες | αγιωργίτικα |
| Κλητική | αγιωργίτικοι | αγιωργίτικες | αγιωργίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →