Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιωργίτικος

/a.ʝoɾˈʝi.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αϊ-Γιώργη και την εορτή του ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαγιωργίτικο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγιωργίτικος < αγιωργ(ίτης) + -ίτικος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- (< αϊ-) + Γιώργ(ης) + -ίτικος. Συγκρίνετε με το αϊγιωργίτικος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιωργίτικοςαγιωργίτικηαγιωργίτικο
Γενικήαγιωργίτικουαγιωργίτικηςαγιωργίτικου
Αιτιατικήαγιωργίτικοαγιωργίτικηαγιωργίτικο
Κλητικήαγιωργίτικεαγιωργίτικηαγιωργίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιωργίτικοιαγιωργίτικεςαγιωργίτικα
Γενικήαγιωργίτικωναγιωργίτικωναγιωργίτικων
Αιτιατικήαγιωργίτικουςαγιωργίτικεςαγιωργίτικα
Κλητικήαγιωργίτικοιαγιωργίτικεςαγιωργίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →