αγιωτικά
•
- λαογραφίαθεραπευτικά μέσα διαφόρων ασθενειών με τη χρησιμοποίηση θεραπευτικών τελετών, όπως οι παρακλήσεις, οι αγιασμοί, οι εξορκισμοί, ή αντικειμένων, όπως το κάπνισμα με αγιασμένα φύλλα ελιάς ή με άνθη του επιταφίου (αγιολούλουδα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιωτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγιωτικός στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιωτικά | αγιωτικά |
| Γενική | — | αγιωτικών |
| Αιτιατική | — | αγιωτικά |
| Κλητική | — | αγιωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →