αγκάθινος
•
- που είναι φτιαγμένος από αγκάθια Βικιλεξικό
- φόρεσαν στο Χριστό ένα αγκάθινο στεφάνι
Ετυμολογία
αγκάθινος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκάνθινος (με προσαρμογή στην δημοτική)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκάθινος | αγκάθινη | αγκάθινο |
| Γενική | αγκάθινου | αγκάθινης | αγκάθινου |
| Αιτιατική | αγκάθινο | αγκάθινη | αγκάθινο |
| Κλητική | αγκάθινε | αγκάθινη | αγκάθινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκάθινοι | αγκάθινες | αγκάθινα |
| Γενική | αγκάθινων | αγκάθινων | αγκάθινων |
| Αιτιατική | αγκάθινους | αγκάθινες | αγκάθινα |
| Κλητική | αγκάθινοι | αγκάθινες | αγκάθινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →