αγκήσι
•
- παρωχημένοκιγκλιδωτή στενόμακρη βάση η όποια τοποθετείται στις δύο πλευρές μιας άμαξας για τη μεταφορά αγαθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκήσι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκήσι | αγκήσια |
| Γενική | αγκησιού | αγκησιών |
| Αιτιατική | αγκήσι | αγκήσια |
| Κλητική | αγκήσι | αγκήσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →