αγκιστριά
•
- ψάρεματο ρίξιμο της πετονιάς με τα αγκίστρια στη θάλασσα Βικιλεξικό
- τα ψάρια που πιάνονται κάθε φορά στο αγκίστρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκιστριά < αγκίστρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκιστριά | αγκιστριές |
| Γενική | αγκιστριάς | αγκιστριών |
| Αιτιατική | αγκιστριά | αγκιστριές |
| Κλητική | αγκιστριά | αγκιστριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →