Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκιστριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψάρεματο ρίξιμο της πετονιάς με τα αγκίστρια στη θάλασσα Βικιλεξικό
  2. τα ψάρια που πιάνονται κάθε φορά στο αγκίστρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκιστριά < αγκίστρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγκιστριάαγκιστριές
Γενικήαγκιστριάςαγκιστριών
Αιτιατικήαγκιστριάαγκιστριές
Κλητικήαγκιστριάαγκιστριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →