αγκίστρωση
•
- η ενέργεια του αγκιστρώνω ή του αγκιστρώνομαι Βικιλεξικό
- Ανεξάρτητα από ηλικία, τα παιδιά έχουν επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, επιθετικότητα, κοινωνική απομόνωση, αγκίστρωση στους γονείς και δυσκολία να τους αποχωριστούν, άγχος και αποφυγή καταστάσεων που θυμίζουν τον σεισμό.
- στρατιωτικός όροςτμήμα στρατού που είναι αναγκασμένο να μείνει στη θέση του, ώστε να μη καταστραφεί από εχθρικά πυρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκίστρωση < καθαρεύουσα ἀγκίστρωσις. Μορφολογικά αναλύεται σε αγκιστρώ(νω) + -ση. : (στρατιωτικός όρος) < γαλλική accrochage
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκίστρωση | αγκιστρώσεις |
| Γενική | αγκίστρωσης | αγκιστρώσεων |
| Αιτιατική | αγκίστρωση | αγκιστρώσεις |
| Κλητική | αγκίστρωση | αγκιστρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →