αγκαζάρισμα
•
- προφορικόη πράξη του αγκαζάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκαζάρισμα < αγκαζάρω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκαζάρισμα | αγκαζαρίσματα |
| Γενική | αγκαζαρίσματος | αγκαζαρισμάτων |
| Αιτιατική | αγκαζάρισμα | αγκαζαρίσματα |
| Κλητική | αγκαζάρισμα | αγκαζαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →