Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκαθιά

/aŋ.gaˈθça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόθάμνος με αγκάθια Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπεριοχή με τέτοιους θάμνους Βικιλεξικό
  3. σπάνιοεκδορά από αγκάθι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκαθιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀκανθέα. Συγχρονικά αναλύεται σε αγκάθ(ι) + -ιά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγκαθιάαγκαθιές
Γενικήαγκαθιάςαγκαθιών
Αιτιατικήαγκαθιάαγκαθιές
Κλητικήαγκαθιάαγκαθιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →