αγκαθώνω
•
- αγκυλώνω με αγκάθι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσβάλλω, πληγώνω με λόγια Βικιλεξικό
- μ' αγκάθωσαν τα λόγια του
Ετυμολογία
αγκαθώνω < αγκάθ(ι) + -ώνω
Άλλοι τύποι
αγκάθωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αγκαθώνω < αγκάθ(ι) + -ώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →