αγκαλά
•
- λογοτεχνικόαν και Βικιλεξικό
- Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.
Ετυμολογία
αγκαλά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλά < ἄν καλά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →