Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκαλά

/aŋ.ɡaˈla/σύνδεσμος
•
  1. λογοτεχνικόαν και Βικιλεξικό
    • Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.

Ετυμολογία

αγκαλά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλά < ἄν καλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →