αγκαλίτσας
•
- οικείοπου του ή της αρέσουν οι αγκαλιές, χαδιάρης/χαδιάρα Βικιλεξικό
- [για γυναίκα] Η μητέρα μου περπάτησε γύρω του και τον αγκάλιασε. Ήταν αγκαλίτσας, κάτι που με ενοχλούσε, αλλά ήταν η γλώσσα της αγάπης της και ο τρόπος της να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν άνετα.
- οικείομαλθακός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκαλίτσας < αγκαλίτσ(α) + -ας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →