Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκαλιαστός

/aŋ.ga.ʎaˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αγκαλιασμένος Βικιλεξικό
    • Οι δύο φίλοι περπατούσαν στην παραλία αγκαλιαστοί, απολαμβάνοντας τη δύση του ηλίου μετά από χρόνια που είχαν να συναντηθούν.

Ετυμολογία

αγκαλιαστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιαστός < (ἀγκαλιάζω) ἀγκαλιασ- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκαλιαστόςαγκαλιαστήαγκαλιαστό
Γενικήαγκαλιαστούαγκαλιαστήςαγκαλιαστού
Αιτιατικήαγκαλιαστόαγκαλιαστήαγκαλιαστό
Κλητικήαγκαλιαστέαγκαλιαστήαγκαλιαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκαλιαστοίαγκαλιαστέςαγκαλιαστά
Γενικήαγκαλιαστώναγκαλιαστώναγκαλιαστών
Αιτιατικήαγκαλιαστούςαγκαλιαστέςαγκαλιαστά
Κλητικήαγκαλιαστοίαγκαλιαστέςαγκαλιαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →