αγκαλιαστός
•
- αγκαλιασμένος Βικιλεξικό
- Οι δύο φίλοι περπατούσαν στην παραλία αγκαλιαστοί, απολαμβάνοντας τη δύση του ηλίου μετά από χρόνια που είχαν να συναντηθούν.
Ετυμολογία
αγκαλιαστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιαστός < (ἀγκαλιάζω) ἀγκαλιασ- + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκαλιαστός | αγκαλιαστή | αγκαλιαστό |
| Γενική | αγκαλιαστού | αγκαλιαστής | αγκαλιαστού |
| Αιτιατική | αγκαλιαστό | αγκαλιαστή | αγκαλιαστό |
| Κλητική | αγκαλιαστέ | αγκαλιαστή | αγκαλιαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκαλιαστοί | αγκαλιαστές | αγκαλιαστά |
| Γενική | αγκαλιαστών | αγκαλιαστών | αγκαλιαστών |
| Αιτιατική | αγκαλιαστούς | αγκαλιαστές | αγκαλιαστά |
| Κλητική | αγκαλιαστοί | αγκαλιαστές | αγκαλιαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →