αγκειάζω
•
- στον γ΄ ενικόαγκειάζει, αναφορά σε τόπο προφυλαγμένο από τις καιρικές συνθήκες (αέρας / βροχή) Βικιλεξικό
- πηγαίνω σε μέρος για να προστατευτώ από τις καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκειάζω < άγκειος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →