Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκειάζω

ρήμα
•
  1. στον γ΄ ενικόαγκειάζει, αναφορά σε τόπο προφυλαγμένο από τις καιρικές συνθήκες (αέρας / βροχή) Βικιλεξικό
  2. πηγαίνω σε μέρος για να προστατευτώ από τις καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκειάζω < άγκειος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →