αγκιναρότοπος
•
- τόπος όπου ευδοκιμούν οι αγκινάρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκιναρότοπος < αγκινάρ(α) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκιναρότοπος | αγκιναρότοποι |
| Γενική | αγκιναρότοπου | αγκιναρότοπων |
| Αιτιατική | αγκιναρότοπο | αγκιναρότοπους |
| Κλητική | αγκιναρότοπε | αγκιναρότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →