αγκιτάτσια
•
- προπαγάνδα που αποσκοπεί στην παρακίνηση των μαζών σε κινητοποίηση (με λόγους, καταγγελίες, συνθήματα, συλλαλητήρια, πορείες κ.λπ.) για διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων Βικιλεξικό
- Παρά την αγκιτάτσια μελών του πληρώματος πολλοί από τους αξιωματικούς και τους ναύτες δεν διαπνέονται από επαναστατικό ενθουσιασμό και φανατισμό.
- γενικότερακάθε υποκίνηση για ανάληψη δράσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκιτάτσια < ρωσική агитация < λατ. agitatio (=παρότρυνση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκιτάτσια | αγκιτάτσιες |
| Γενική | αγκιτάτσιας | — |
| Αιτιατική | αγκιτάτσια | αγκιτάτσιες |
| Κλητική | αγκιτάτσια | αγκιτάτσιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →