αγκομαχάω
•
- λαχανιάζω, ασθμαίνω, η ανάσα μου βγαίνει βαριά (πχ καθώς πασχίζω με κόπο να κάνω κάτι) Βικιλεξικό
- βογκάω, αναστενάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω θόρυβο λόγω κάποιου προβλήματος ή δυσλειτουργίας Βικιλεξικό
- χαροπαλεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκομαχάω < αγκομαχ(ώ) + άω (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκομαχῶ < αρχαία ελληνική ἀγκώνω + -μαχῶ < μάχομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκομαχάω / αγκομαχώ | αγκομαχάς | αγκομαχά / αγκομαχάει | αγκομαχάμε / αγκομαχούμε | αγκομαχάτε | αγκομαχάν / αγκομαχάνε / αγκομαχούν / αγκομαχούνε |
| Παρατατικός | αγκομαχούσα | αγκομαχούσες | αγκομαχούσε | αγκομαχούσαμε | αγκομαχούσατε | αγκομαχούσαν / αγκομαχούσανε |
| Αόριστος | αγκομάχησα | αγκομάχησες | αγκομάχησε | αγκομαχήσαμε | αγκομαχήσατε | αγκομάχησαν / αγκομαχήσαν / αγκομαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα αγκομαχάω / θα αγκομαχήσω / θα αγκομαχώ | θα αγκομαχάς / θα αγκομαχήσεις | θα αγκομαχά / θα αγκομαχάει / θα αγκομαχήσει | θα αγκομαχάμε / θα αγκομαχήσουμε / θα αγκομαχούμε | θα αγκομαχάτε / θα αγκομαχήσετε | θα αγκομαχάν / θα αγκομαχάνε / θα αγκομαχήσουν / θα αγκομαχήσουνε / θα αγκομαχούν / θα αγκομαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκομαχήσει | έχεις αγκομαχήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκομαχήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκομαχήσει / να αγκομαχάω / να αγκομαχήσω / να αγκομαχώ | να έχεις αγκομαχήσει / να αγκομαχάς / να αγκομαχήσεις | να αγκομαχά / να αγκομαχάει / να αγκομαχήσει | να αγκομαχάμε / να αγκομαχήσουμε / να αγκομαχούμε | να αγκομαχάτε / να αγκομαχήσετε | να αγκομαχάν / να αγκομαχάνε / να αγκομαχήσουν / να αγκομαχήσουνε / να αγκομαχούν / να αγκομαχούνε |
| Προστακτική | — | αγκομάχα / αγκομάχαγε / αγκομάχησε | — | — | αγκομαχάτε / αγκομαχήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →