αγκούγκλιστος
•
- διαδικτυακή αργκόπου δεν έχει γκουγκλιστεί ή/και δεν μπορεί να γκουγκλιστεί Βικιλεξικό
- γενικότεραπου δεν έχει αναζητηθεί σε ή/και δεν μπορεί να βρεθεί από μηχανές αναζήτησης στο διαδίκτυο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκούγκλιστος < α- + γουγκλίζω + -τος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ungoogled & ungoogl(e)able
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκούγκλιστος | αγκούγκλιστη | αγκούγκλιστο |
| Γενική | αγκούγκλιστου | αγκούγκλιστης | αγκούγκλιστου |
| Αιτιατική | αγκούγκλιστο | αγκούγκλιστη | αγκούγκλιστο |
| Κλητική | αγκούγκλιστε | αγκούγκλιστη | αγκούγκλιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκούγκλιστοι | αγκούγκλιστες | αγκούγκλιστα |
| Γενική | αγκούγκλιστων | αγκούγκλιστων | αγκούγκλιστων |
| Αιτιατική | αγκούγκλιστους | αγκούγκλιστες | αγκούγκλιστα |
| Κλητική | αγκούγκλιστοι | αγκούγκλιστες | αγκούγκλιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →