Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκούγκλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διαδικτυακή αργκόπου δεν έχει γκουγκλιστεί ή/και δεν μπορεί να γκουγκλιστεί Βικιλεξικό
  2. γενικότεραπου δεν έχει αναζητηθεί σε ή/και δεν μπορεί να βρεθεί από μηχανές αναζήτησης στο διαδίκτυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκούγκλιστος < α- + γουγκλίζω + -τος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ungoogled & ungoogl(e)able

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκούγκλιστοςαγκούγκλιστηαγκούγκλιστο
Γενικήαγκούγκλιστουαγκούγκλιστηςαγκούγκλιστου
Αιτιατικήαγκούγκλιστοαγκούγκλιστηαγκούγκλιστο
Κλητικήαγκούγκλιστεαγκούγκλιστηαγκούγκλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκούγκλιστοιαγκούγκλιστεςαγκούγκλιστα
Γενικήαγκούγκλιστωναγκούγκλιστωναγκούγκλιστων
Αιτιατικήαγκούγκλιστουςαγκούγκλιστεςαγκούγκλιστα
Κλητικήαγκούγκλιστοιαγκούγκλιστεςαγκούγκλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →