αγκούσα
•
- ιδιωματικόη δυσκολία αναπνοής , η δυσφορία λόγω ανεπάρκειας αέρα κατά την αναπνοή Βικιλεξικό
- η αίσθηση πνιγμού, πνιγμονή Βικιλεξικό
- μεταφορικάθλίψη, μεγάλη στενοχώρια, βάρος στην ψυχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκούσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκούσα < βενετική angossa με τροπή [o] > [u] με την επίδραση του [g] < λατινική angustia (στενό πέρασμα). Δεν είναι πιθανή η σύνδεση με την αρχαία μετοχή ὀγκοῦσα < ὀγκόω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκούσα | αγκούσες |
| Γενική | αγκούσας | — |
| Αιτιατική | αγκούσα | αγκούσες |
| Κλητική | αγκούσα | αγκούσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →