αγκούτσα
•
- ιδιωματικόγκλίτσα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόκυρτό ραβδί για τη συλλογή καρπών από δέντρα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόο γέρος άνθρωπος που έχει καμπουριάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκούτσα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκούτσα | αγκούτσες |
| Γενική | αγκούτσας | αγκουτσών |
| Αιτιατική | αγκούτσα | αγκούτσες |
| Κλητική | αγκούτσα | αγκούτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →