αγκράφα
•
- ενδυμασίατο μεταλλικό εξάρτημα που συνδέει τις δύο άκρες μιας ζώνης για τη μέση ή σε ένα λουράκι για ρολόι, παπούτσι κτλ. Βικιλεξικό
- Πέρασε την άκρη της δερμάτινης ζώνης μέσα από την αγκράφα και την έσφιξε στη μέση του.
- Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
- Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
- καρφίτσα (κόσμημα) για ρούχα ή αξεσουάρ Βικιλεξικό
- Στην κηδεία της Μαρίκας Κοτοπούλη φόρεσα ένα μαύρο φόρεμα από χοντρό μετάξι, παπούτσια καστόρινα και τσάντα με ασημένια αγκράφα (Μάνος Ελευθερίου, Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 55)
Ετυμολογία
αγκράφα < (άμεσο δάνειο) γαλλική agrafe + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκράφα | αγκράφες |
| Γενική | αγκράφας | αγκραφών |
| Αιτιατική | αγκράφα | αγκράφες |
| Κλητική | αγκράφα | αγκράφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →