αγκτήρας
•
- ιατρικήχειρουργική λαβίδα που συγκρατεί τα χείλη ενός τραύματος ενώ συρράπτεται Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόοι αγκτήρες: ιατρικός επίδεσμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκτήρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγκτήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκτήρας | αγκτήρες |
| Γενική | αγκτήρα | αγκτήρων |
| Αιτιατική | αγκτήρα | αγκτήρες |
| Κλητική | αγκτήρα | αγκτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →