Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκυλωτικός

/aŋ.ɟi.lo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με αγκύλωση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδυσπροσάρμοστος, δύσκαμπτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκυλωτικός < αγκυλώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκυλωτικόςαγκυλωτικήαγκυλωτικό
Γενικήαγκυλωτικούαγκυλωτικήςαγκυλωτικού
Αιτιατικήαγκυλωτικόαγκυλωτικήαγκυλωτικό
Κλητικήαγκυλωτικέαγκυλωτικήαγκυλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκυλωτικοίαγκυλωτικέςαγκυλωτικά
Γενικήαγκυλωτικώναγκυλωτικώναγκυλωτικών
Αιτιατικήαγκυλωτικούςαγκυλωτικέςαγκυλωτικά
Κλητικήαγκυλωτικοίαγκυλωτικέςαγκυλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →