αγκυλωτικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με αγκύλωση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάδυσπροσάρμοστος, δύσκαμπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυλωτικός < αγκυλώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυλωτικός | αγκυλωτική | αγκυλωτικό |
| Γενική | αγκυλωτικού | αγκυλωτικής | αγκυλωτικού |
| Αιτιατική | αγκυλωτικό | αγκυλωτική | αγκυλωτικό |
| Κλητική | αγκυλωτικέ | αγκυλωτική | αγκυλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυλωτικοί | αγκυλωτικές | αγκυλωτικά |
| Γενική | αγκυλωτικών | αγκυλωτικών | αγκυλωτικών |
| Αιτιατική | αγκυλωτικούς | αγκυλωτικές | αγκυλωτικά |
| Κλητική | αγκυλωτικοί | αγκυλωτικές | αγκυλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →