αγκυροβολημένος
•
- ναυτικός όρος: (για πλοία) που έχει αγκυροβολήσει, έχει ρίξει άγκυρα κάπου, Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπου έχει αράξει κάπου Βικιλεξικό
- αυτός που βρίσκεται επ' αγκύρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυροβολημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αγκυροβολώ
Άλλοι τύποι
αγκυροβολημένααγκυροβολημένεαγκυροβολημένεςαγκυροβολημένηαγκυροβολημένηςαγκυροβολημένοαγκυροβολημένοιαγκυροβολημένοςαγκυροβολημένουαγκυροβολημένουςαγκυροβολημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →