Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκυροβολημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όρος: (για πλοία) που έχει αγκυροβολήσει, έχει ρίξει άγκυρα κάπου, Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάπου έχει αράξει κάπου Βικιλεξικό
  3. αυτός που βρίσκεται επ' αγκύρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκυροβολημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αγκυροβολώ

Άλλοι τύποι

αγκυροβολημένααγκυροβολημένεαγκυροβολημένεςαγκυροβολημένηαγκυροβολημένηςαγκυροβολημένοαγκυροβολημένοιαγκυροβολημένοςαγκυροβολημένουαγκυροβολημένουςαγκυροβολημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →