Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκυροβόλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου συμβάλλει στην αγκυροβόληση ή στο χειρισμό της άγκυρας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου συμβάλλει στη στερέωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκυροβόλος < άγκυρα + -ο- + -βόλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκυροβόλοςαγκυροβόλα / αγκυροβόλοςαγκυροβόλο
Γενικήαγκυροβόλουαγκυροβόλας / αγκυροβόλουαγκυροβόλου
Αιτιατικήαγκυροβόλοαγκυροβόλα / αγκυροβόλοαγκυροβόλο
Κλητικήαγκυροβόλεαγκυροβόλα / αγκυροβόλεαγκυροβόλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγκυροβόλοιαγκυροβόλες / αγκυροβόλοιαγκυροβόλα
Γενικήαγκυροβόλωναγκυροβόλωναγκυροβόλων
Αιτιατικήαγκυροβόλουςαγκυροβόλες / αγκυροβόλουςαγκυροβόλα
Κλητικήαγκυροβόλοιαγκυροβόλες / αγκυροβόλοιαγκυροβόλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →