αγκυροβόλος
•
- ναυτικός όροςπου συμβάλλει στην αγκυροβόληση ή στο χειρισμό της άγκυρας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου συμβάλλει στη στερέωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυροβόλος < άγκυρα + -ο- + -βόλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυροβόλος | αγκυροβόλα / αγκυροβόλος | αγκυροβόλο |
| Γενική | αγκυροβόλου | αγκυροβόλας / αγκυροβόλου | αγκυροβόλου |
| Αιτιατική | αγκυροβόλο | αγκυροβόλα / αγκυροβόλο | αγκυροβόλο |
| Κλητική | αγκυροβόλε | αγκυροβόλα / αγκυροβόλε | αγκυροβόλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυροβόλοι | αγκυροβόλες / αγκυροβόλοι | αγκυροβόλα |
| Γενική | αγκυροβόλων | αγκυροβόλων | αγκυροβόλων |
| Αιτιατική | αγκυροβόλους | αγκυροβόλες / αγκυροβόλους | αγκυροβόλα |
| Κλητική | αγκυροβόλοι | αγκυροβόλες / αγκυροβόλοι | αγκυροβόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →